Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

το καφενείο του Βροχερού

Το καφενείο ήταν πάντα μισοσκότεινο, ρεύμα δεν είχε, φως έμπαινε από το παράθυρο, την ξυλόσομπα και τη λάμπα θυέλλης. Δυο φορές τη μέρα άνοιγε, έξι με δέκα το πρωί και έξι με δέκα το βράδυ. Το 'χε ο Βροχερός, έτσι τον λέγανε, έτσι και το καφενείο, δεν είχε όνομα και ταμπέλα. Ο Βροχερός ήτανε ένας γέρος δυο μέτρα, κορμί δυνατό και όρθιο παρά τα χρόνια του, πάντα φόραγε ένα καφέ ξεθωριασμένο καπέλο για να μη φαίνονται τ' αραιωμένα μαλλιά του. Πάντα μαύρο πουκάμισο και μπότες, λες και δεν άλλαζε ο καιρός.

Ο Βροχερός έμενε σε ένα αποθηκάκι πίσω απ' το καφενείο, με ένα στενό κρεβάτι κι ένα τραπέζι. Όταν δεν ήταν στο καφενείο ήταν ή στην αυλή ή στα γύρω βουνά με τον Κλάους, τον σκύλο. Το καφενείο το άνοιγε έξι παρά δέκα και το έκλεινε δέκα και πέντε. Μύριζε υγρασία εκεί μέσα, πηχτή υγρασία και κρύο, δεν μίλαγε κανείς, μόνο λίγες κουβέντες που και που άκουγες, πιο πολύ όμως τον αέρα, πολύς αέρας, πάντα αέρας και τους χειμώνες βροχή. Ο καθένας καθόταν σιωπηλός στο τραπέζι, κι έπινε τον ελληνικό αν ήταν πρωί και το ουίσκι αν ήταν βράδυ. Μόνο σκέτο ελληνικό και ουίσκι είχε, τίποτ' άλλο, ούτε ζάχαρη. Ένα ευρώ ο ελληνικός, πέντε το ουίσκι. Ο καφές να ανοίξει το μάτι, το ποτό να ξεπλύνει το βάρος. Πρωτοχρονιά έρχονταν όλοι με τα καλά τους, κανονικά· έξι το πρωί, μια χειραψία, "καλή χρονιά", και πάλι ο καθένας τον καφέ του. Ο Βροχερός έφτιαχνε συνεχώς τη σόμπα, έφερνε τα ξύλα, ο σκύλος όλη μέρα κάτω απ' το τραπέζι του, πήγαινε μέχρι την πόρτα κάθε φορά που έμπαινε κάποιος.

Λίγοι πήγαιναν στο μαγαζί μα ήταν σταθεροί, κάθε μέρα εκεί. Εκεί ήταν το μέρος τους, εκεί οι μνήμες, εκεί ο τόπος. Μόνο εκεί μπορούσαν να κρατήσουν μερικές γωνιές για τη χαρά.

Και στολίδια δεν είχε στους τοίχους, μονάχα δυο φωτογραφίες, μια του πάτερ-Ανυπόμονου και μια του ΆΡΗ.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

ευθύνη

Μουρόχαβλοι.
Αυτό είμαστε οι περισσότεροι, αυτό μας ονειρεύονται οι μανάδες μας, έτσι μας θέλουν όσοι κάνουνε κουμάντο. Αργόστροφους, διστακτικούς, άτολμους, αμήχανους, αδρανείς, φλώρους. Να θεωρούμε κάθε τι μη-πανεύκολο ως δύσκολο και ακατόρθωτο, να μην πιστεύουμε στον εαυτό μας, να μην ξέρουμε τη δύναμή μας (ατομικά και συλλογικά), να μην βλέπουμε τα πράγματα λογικά και αντικειμενικά, αλλά τρομαγμένοι, λες και κάποιο ανώτερο ον έχει την κύρια επιρροή στη Γη.

Έχω δεκάδες ιστορίες από ανθρώπους της καθημερινότητάς μου, όπου η ανευθυνότητά τους αγγίζει μωρουδιακά επίπεδα. Όπου θεωρείται μέγιστη κούραση το να σηκωθείς να κλειδώσεις την πόρτα ή το να πας να φέρεις νερό. Άλλες φορές δεν πειράζει καθόλου, είναι μάλιστα απολύτως φυσιολογικό, το να καθυστερήσεις μιάμιση ώρα στο ραντεβού και να μην ενημερώσεις καν. Δεν την πληρώνεις εσύ, ο άλλος. Χέστηκες λοιπόν. Ευθύνη δεν αναλαμβάνεις ποτέ, αν σου ζητήσουν να κάνεις κάτι, ακόμη κι αν προθυμοποιηθείς μόνος σου, τότε λογικά θα το θυμηθείς, αν δεν το θυμηθείς όμως, δεν τρέχει κάτι, χαλαρά.

Το τι ευθύνες έχει ο καθένας, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε, το ορίζει ο ίδιος. Αρκετοί όρισαν ως ευθύνη τους το να προσφέρουν στην κοινωνία, άλλοι το να βγάλουν πολλά λεφτά με οποιοδήποτε κόστος και να τ' αφήσουν στα παιδιά τους, ορισμένοι προσπάθησαν απλώς να μην είναι μαλάκες και μερικοί θεώρησαν προσωπική τους ευθύνη να βελτιώσουν τη γειτονιά τους, τη χώρα τους, τον κόσμο όλο. Κάποιοι το πέτυχαν κιόλας.

Ένα όμως είναι σίγουρο. Ότι μια κοινότητα ελευθερίας, είτε αυτή είναι συνεργατικό καφενείο, είτε είναι η κοινωνία συνολικά, ένα από τα θεμέλια που είναι δεδομένο πως θα έχει -διότι αν δεν το έχει, απλώς δεν θα υπάρξει καν- είναι η υπευθυνότητα. Χωρίς την προσωπική ευθύνη, χωρίς τη δέσμευση και τη συνέπεια που αυτή συνεπάγεται, πώς θα εξασφαλιστεί ότι τα πιάτα στο καφενείο θα πλένονται πριν ξαναχρειαστούν, πώς θα εξασφαλιστεί ότι όλα τα υλικά θα είναι αγορασμένα και στη θέση τους, πώς θα είναι εγγυημένα λειτουργικό ένα σύστημα ύδρευσης σε ένα χωριό, πως θα ρυθμιστεί η ετήσια παραγωγή τροφής ώστε να καλύψει τις ανάγκες όλων των κατοίκων;

Όποιος πιστεύει πως όλα αυτά μπορούν να γίνουν πρωτοβουλιακά, χωρίς οργάνωση και δέσμευση, περιμένω να μου πει το φάρμακο που θα δώσει σε όλους τους ανθρώπους και θα γίνουν ξαφνικά ιδανικοί, παραμυθένια ιδανικοί, ώστε να παίρνουν συνεχείς πρωτοβουλίες και να κανονίζουν τα πάντα, ενώ τώρα δεν μπορουν ούτε την πολυκατοικία τους να διαχειριστούν σωστά. Και πάλι όμως, τι γίνεται αν τύχει και κανείς δεν πάρει την πρωτοβουλία να ασχοληθεί με το αποχετευτικό για ένα μήνα (δεν είναι μαθηματικά βέβαιο ότι αυτό δεν θα τύχει ποτέ), θα γεμίσει ο τόπος σκατά, έτσι;

Ακριβώς επειδή είμαστε ανεύθυνοι, μουρόχαβλοι και φλώροι, δεν μπορούμε να χειριστούμε μόνοι μας τις κοινότητές μας και το κάνουν άλλοι για μας. Αυτοί και γουστάρουν μια χαρά και δεν είναι η δικιά μας ανευθυνότητα ο μόνος λόγος που μας έχουν από κάτω, έναν έναν όμως πρέπει να τους λύνουμε όλους τους λόγους. Δεν θα γίνει, ποτέ και πουθενά, να πάμε ένα βήμα παραπέρα αν δεν μπορουμε να αναλάβουμε τις στοιχειώδεις ευθύνες μας, τις καθημερινές.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο δεύτερο "Μαμπέτι".